SQLSTATE[42000] [1203] User dic already has more than 'max_user_connections' active connections γέλοιος


γέλοιος

γέλοιος or [full] γελοῖσς, α, ον,
A mirth-provoking, amusing, once in Hom., Il.2.215 (in [dialect] Ep. form γελοίϊος)

; χρῆμα Archil.79

, cf. Hdt.8.25;

Αἰσώπου τι γ. Ar.V.566

, cf. 1259; γελοῖα jests, Thgn.311;

γέλοια λέγειν Anaxandr.10

, Alex.183; opp. σπουδαῖος, X.Cyr.2.3.1, Pl.Lg. 816d;

τοῦ ἀληθοῦς ἕνεκα, οὐ τοῦ γ. Id.Smp.215a

; τὸ γ. the comic, Arist.Po.1449a34, al.;

τὰ γ. ἡδέα Id.Rh.1371b35

; of persons, facetious,

μισῶ γελοίους E.Fr.492

;

ἡδὺς καὶ γ. Aeschin.1.126

;

γ. ἐστι καὶ βούλεται Pl.Smp.213c

. Adv.

-οίως Id.Cri.53d

.
II ludicrous, absurd,

Ζεὺς γ. ὀμνύμενος τοῖς εἰδόσιν Ar.Nu.1241

;

γ. ἔσομαι αὐτοσχεδιάζων Pl.Phdr.236d

; γ. ἰατρός, διδάσκαλος, Id.Prt.340c, R. 392d; ἐπὶ τὸ -ότερον ὅμοιος a caricature, Arist.Top.117b17, cf. Po. 1449a36; of arguments, etc., paradoxical, Pl.Prt.355a, Tht.158e, etc. Adv.

-οίως, ἔχειν Id.R.528d

, cf. Arist.Mete.362b12.—In Smp.189b, Pl. confines γ. to signf. 1, γ. εἰπεῖν ἀλλὰ μὴ καταγέλαστα. ([dialect] Att.

γέλοιος A.D.Pron.50.5

, but

γελοῖος Ael.Dion.Fr.101

, and so cod. R in Ar.Ach.1058, Nu.1241. Some Gramm. expl. γέλοιος, = γέλωτος ἄξιος, γελοῖος, = γελωτοποιός, Ammon.p.38V., EM224.43; others reversely, Et.Gud., etc.: Suid. gives both views. Phlp. ap. Eust. 906.53 wrote γελοιός, = γελωτοποιός.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γελοῖος — γέλοιος mirth provoking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέλοιος — mirth provoking masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοίος — α, ο (AM γελοῑος, α, ον, Α και γέλοιος, α, ον) 1. αυτός που προκαλεί γέλιο, άξιος για γέλια 2. άξιος για περιφρόνηση, αναξιόλογος 3. το ουδ. ως ουσ. το γελοίο η γελοιότητα αρχ. 1. (για πρόσωπα) κωμικός, αστείος, περιπαικτικός 2. (για… …   Dictionary of Greek

  • γελοίος — [гелиос] εκ. смешной, забавный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γελοίος — α, ο 1. άξιος για γέλια, φαιδρός: Γίνεσαι γελοία με αυτά τα καμώματα. 2. ο άξιος περιφρόνησης, ο ασήμαντος: Δεν ασχολούμαι μαζί σου γιατί είσαι ένα γελοίο υποκείμενο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γελοιότερον — γέλοιος mirth provoking adverbial comp γέλοιος mirth provoking masc acc comp sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιοτέρως — γέλοιος mirth provoking adverbial comp γέλοιος mirth provoking masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότατα — γέλοιος mirth provoking adverbial superl γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοιότατον — γέλοιος mirth provoking masc acc superl sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοῖον — γέλοιος mirth provoking masc acc sg γέλοιος mirth provoking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γελοίων — γέλοιος mirth provoking fem gen pl γέλοιος mirth provoking masc/neut gen pl γελάω laugh imperf ind act 3rd pl (epic) γελάω laugh imperf ind act 1st sg (epic) γελοιάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) γελοιάω imperf ind act 1st sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.